Τα τζιτζικάκια εμφανίστηκαν στην Κρήτη τη δεκαετία του 1980. Είναι έντομα δευτερεύουσας σημασίας. Η μετάπτωσή τους σε εχθρό κύριας σημασίας οφείλεται σε διατάραξη της βιολογικής ισορροπίας στο οικοσύστημα του αμπελιού λόγω αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων και φυτοπροστατευτικών.
Προσβάλλει πολλά φυτικά είδη (πολυφάγο), αλλά δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στο αμπέλι.
Διαχειμάζει για μεγάλο διάστημα σαν τέλειο έντομο σε διάφορα φυτά (κωνοφόρα, κυπαρίσσι, κισσός, καλάμια, δαμασκηνιά, μηλιά, δρυς, βάτα, φασολιά, λιγκούστρα κλπ.).
Συμπληρώνει 3 – 4 γενιές το χρόνο. Ο βιολογικός του κύκλος εξαρτάται από τη θερμοκρασία.
Είναι είδος μεταναστευτικό. Με τη βοήθεια του ανέμου αλλάζει περιοχές ταχύτατα. Το γεγονός αυτό δυσκολεύει την εκτίμηση των πληθυσμών του σε ένα αμπέλι, ενώ συγκεντρώνεται περισσότερο στην περιφέρεια των αμπελώνων.







