Στην παρούσα φάση της σεζόν, τρεις είναι οι μεταβλητές που καθορίζουν την πορεία των τιμών.
Πρώτον η ζήτηση. Σε αυτό το κομμάτι τα σινιάλα είναι ανάμεικτα. Τα πολύ καλά έξτρα παρθένα, διατηρούν το προβάδισμά τους για επίπεδα τιμής άνω των 4,00 ευρώ, ωστόσο με το παραμικρό ελάττωμα, τα EXW χάνουν με συνοπτικές διαδικασίες σχεδόν 50 λεπτά το κιλό, με τη δικαιολογία της υπερεπάρκειας.
Δεύτερη παράμετρος είναι το απόθεμα. Εδώ οι εκτιμήσεις διαφέρουν. Κυκλοφορούν κουβέντες για αποθέματα 90.000 τόνων, όσο και 50.000 τόνων. Εκεί που οι περισσότεροι συμφωνούν πάντως, είναι πως περίπου το μισό ελληνικό απόθεμα το διατηρεί η Κρήτη, η οποία παρουσιάζει τεράστιο εύρος και στις προς διάθεση ποιότητες.
Η τρίτη παράμετρος είναι οι ποσοτικές εκτιμήσεις. Όσον αφορά την παγκόσμια παραγωγή, τα νούμερα δεν έχουν αλλάξει τις τελευταίες 15 μέρες.
Οι 3,4 με 3,6 εκατ. τόνοι, θεωρούνται λογικός και εφικτός στόχος από τη συντριπτική μερίδα του ελαιοκομικού κόσμου. Στη δικιά μας γειτονιά ωστόσο, υπάρχει έκδηλη ανησυχία. Η ελιά καρποφορεί σε βλαστούς διετίας και η παρατεταμένη ξηρασία του 2024, ήρθε να «χαλάσει» τόσο την αναμενόμενη περσινή βεντέμα, αλλά και να αναπτύξει μη αποδοτική βλαστοφορία ενόψει της φετινής σοδειάς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία εξαιρετική ανθοφορία, με ένα μέτριο προς κακό δέσιμο. Σε επικοινωνία του συντάκτη με τέσσερεις ΔΑΟΚ της Νότιας Ελλάδας, κατέστη σαφές πως η καρπόδεση δεν ήταν αυτή που περίμεναν.
Επιπλέον, ο Ιούλιος προβλέπεται κάπως θερμός, πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα, αλλά όχι σε βαθμό που τα σαραντάρια θα είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει πως ο φόβος για την καρποφάγα δράση του δάκου είναι μεγάλος. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, μοιάζει πιθανότερο η ελληνική σοδειά ελαιόλαδου να παίξει κάτω από 250.000 τόνους.







